Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, "Τρία ποιήματα για τη μάνα"




Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

                                        Στη μητέρα μου Κατερίνα

«Χαίρομαι που είσαι κοντά στη θάλασσα που σ’ αρέσει».
Τι μου είπε σήμερα η μάνα μου; Τι μου είπε η γυναίκα;
Άκουσα απ’ το τηλέφωνο μια απ’ τις φράσεις που μ’ αγγίξανε
                                                                       περισσότερο.
Αυτό το πλάσμα που με δυσκολία αυτοεξυπηρετείται,
αυτή η αγράμματη γυναίκα, χαίρονταν για λογαριασμό μου.
Μα πόση μάνα κρύβει ακόμη μέσα της;
Ξαφνικά ένιωσα τόσο ταπεινός, τόσο μικρός…
Όλες οι στερήσεις της, οι πόνοι της, η αυταπάρνησή της,
η καρτερία της, τα ξενύχτια της, οι προσευχές της,
η ταπεινοσύνη της, οι χαρές της και ό,τι τις προκάλεσε,
οι πίκρες της μαζί μ’ αυτές που της έδωσα,
ζωντάνεψαν μπροστά μου χαμογελώντας μου ευγενικά. Κι ένιωσα
σαν σε προς τιμή μου δεξίωση των πιο όμορφων αριστοκρατισσών
                                                                                 του κόσμου
ή στο κέντρο ενός εξαίσιου νωχελικού νεραϊδοχορού.
Κι αγάπησα
την αγραμματοσύνη της,
το κόκκινο μισοκουρελιασμένο παλτό που κράτησε
για να της θυμίζει ό,τι πιο όμορφο πρωτοφόρεσε μικρούλα,
τα κέικ που ’φτιαχνε στα γενέθλιά μου,
τα κεριά που άναβε για τους προγόνους μας και για βοήθειά μας,
τη θάλασσα και το βουνό που με πήγαινε,
το ξεμάτιασμά της και τα ιαματικά της χέρια,
τα παιχνίδια και τα γλυκά που μου αγόραζε
ακόμα και εις βάρος κάποιων άλλων πιο χρειαζούμενων…
Κι αν όλοι βλέπουν πια μια Lady Grottesco,
εγώ βλέπω μια κυρία του Τισιανού ή του Μικελάντζελο.

Σάμπως τι είναι η ομορφιά, η ευτυχία και η μητρότητα;
(Μέσα σε δυο χούφτες, ενοχλητικά για μας, ξερόκλαδα
οι δεκοχτούρες ανατρέφουν σερί τους νεοσσούς τους).
Και να που η αγραμματοσύνη διδάσκει, οι ευχές βοηθούν,
το χαμόγελο παρηγορεί και, με φτωχές ασύντακτες λέξεις
βουτηγμένες στην υπομονή, μπορούν να γραφτούν βιβλία αξιώσεων.

Όλη μέρα τη μάνα μου σκεφτόμουν. Την ομορφιά και το μεγαλείο
που κρύβει μέσα της μια γυναίκα, στη μάνα θα τα ατενίσεις·
στη δική σου μάνα.


                                                                         Χαλκιδική, 26-6-2006


(Από την ενότητα «Το καρέ της ντάμας», του βιβλίου
«Η ΤΡΑΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ», ARS POETICA 2012)




ΖΩΗ

Κανείς δε βγαίνει στο μπαλκόνι όταν φεύγω
να ψιθυρίσει «όλοι οι άγιοι μαζί σου»
την έγνοια κανενός δε νιώθω πια στην πλάτη
και θ’ άλλαζα όλες τις ευχές για μια δική σου

Με θλίβει τόσο αν σε φανταστώ μονάχη
τη μοναξιά λες κι αντικρίζω του Θεού
κι άμα σε πίκρανα ή σε πόνεσα πια ξέρω
του κόσμου όλες οι συγνώμες δεν αρκούν

Κανείς δεν είναι πια στο σπίτι σαν γυρίζω
λίγη χαρά ή στενοχώρια να μου πάρει
σαν το φαρμάκι του φιδιού από τη φλέβα

πόσο σου μοιάζει το ολόγιομο φεγγάρι...
Μητέρα, που όλοι σε φωνάζαν Κατερίνα
κι εγώ από μέσα μου σε έλεγα Ζωή


(Από την ανέκδοτη κοινή συλλογή με τον Β. Δασκαλάκη «24 x 2»)




ΛΕΥΚΟ

Θα είσαι πάντα δίπλα μας, εδώ, ανάμεσά μας
Στην πίτα της πρωτοχρονιάς θα σου ’χουμε κομμάτι
Σ’ ένα ποτήρι καθαρό θα ’χουμε το κρασί σου
Τα λόγια σου τα ντροπαλά δε θα ειρωνευτούμε

Θα είσαι πάντα δίπλα μας, στην πιο καλή τη θέση
Σαν άρπα θα μας ηρεμεί η άδολη σιωπή σου
Ο αγέρας που ’χεις σπιτικό γλυκά θα μας δροσίζει
Και θα σε σεργιανίσουμε όπου αγαπά η καρδιά σου

Ο χώρος μας γενναιόδωρος για το αγνό σου βλέμμα
Τ’ αυτιά μας πάντα πρόθυμα στ’ αγράμματά σου χείλη
Και οι ψυχές μας ανοιχτές για τ’ άσπρα σου τραγούδια

Τόσο γενναία και σεμνά να μη μας ξαναφύγεις
Και λίγη αξιοπρέπεια έλα να μας διδάξεις
Να πάψουνε στα δάκρυα να λούζονται οι ψυχές μας