Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ


ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ

Δεν είμαι σίγουρη γι αυτό που θα πω, δηλαδή αν έγινε στ’ αλήθεια ή ήταν επινοημένο από την αφηνιασμένη παιδική μου φαντασία, διογκωμένη από τα αλλόκοτα παραμύθια που μου έλεγε η γιαγιά μου και που ίσως δεν ήταν καθόλου παραμύθια παρά ιστορίες του ταραγμένου μυαλού της, γιατί η γιαγιά είχε χάσει τον παππού μπροστά στα μάτια της με απάνθρωπο τρόπο, που μόνο να τον σκέφτεται κανείς νοιώθει το κεφάλι του να δονείται έτοιμο να εκραγεί.
  Ξερακιανή, με βλέμμα θολωμένο, στόμα σφιχτό ξεραμένο σύκο, φουστάνια μαύρα, λεκιασμένα απ’ τα κεριά, όμως κυρίως η κακία που έβγαινε και φώναζε απ’ όλο της το σώμα, έκανε ακόμα και την μητέρα μου να παραμερίζει όταν περνούσε δίπλα της. Αυτή η κακία εξαφανιζόταν μόλις μ’ έβλεπε, ένα σιρόπι μπαγιάτικο κυλούσε απ’ τα μάτια της, ενώ τα χέρια της τρεμάμενα κλαδιά, απλώνονταν σε μένα για αγκαλιές και σφιξίματα.

Τα σούρτα-φέρτα της στα μνήματα τελείωναν τ’ απογεύματα, γύριζε στο σπίτι με την πανω-φούστα της – φορούσε δυο τρεις φούστες τη μια πάνω στην άλλη – μαζεμένη σε τουρβά, όπου μέσα, κόλλυβα, κουφετάκια ασημένια του πένθους και κόκκινα σπυριά από ρόδι, ήταν έτοιμα για βράσιμο, το περίφημο κολλυβοζούμι, η μόνιμη διατροφή της. Όσα φαγητά και να της έβαζε η μαμά στο τραπέζι, έμεναν άθικτα στο πιάτο.
  Θέλω να τρώω μόνο αυτό που τρων οι πεθαμένοι, της έλεγε, αυτό που τρώει ο πατέρας σου εκεί κάτω.
  Πάλι κλαίς μάνα; Νευρίαζε η μητέρα μου.
  Και ποιόν πειράζω σαν κλαίω, δανεικά τα ’χω τα δάκρυα; Την φωτιά που ’χω στην καρδιά προσπαθώ να σβήσω, να μην κάψει τον κόσμο όλο. Ακούς; Ακούω να λες. Μα δεν ακούς τον χαλασμό της ψυχής μου, πως γκρεμίστηκε δεν ακούς, δεν βλέπεις τον γκρεμό που είμαι γκρεμισμένη. Εσύ θαρρείς πως είσαι άγγελος μα αγγελεύουν άλλοι της είπε κοιτώντας την αυστηρά. Τι με κοιτάς λοξά. Θα σε κουρσέψει κι εσένα ο χρόνος τι θαρρείς. Φαρμάκι είναι η ζωή και γιατρικό δεν έχει. Να ψόφαγες αρνάκι μου να σε ’τρωγα ν’ αγιάσεις. Οι ζωντανοί είναι καλοί μετά θάνατο, να…
   Με την δύση του ήλιου, καθόταν στο έμπα της αυλής, μπάστακας του δρόμου, να κουνάει την μαγκούρα της στα παιδιά που έπαιζαν και φώναζαν τρέχοντας. Αυτοδιορισμένος θυρωρός της ησυχίας. Και γω όταν πια κουραζόμουν απ’ το παιχνίδι κούρνιαζα στην μαυροφόρα αγκαλιά της και μισοκοιμόμουν ακούγοντας τα παραμύθια της.
Μια γειτόνισσα ρωτούσε. Τι κάνεις γιαγιά;
  Ονειρεύομαι σαν το χαϊβάνι, να σαν αυτόν τον σκύλο που λιάζεται εδωνά, τι να κάνω για; Ακούω πότε θ’ ανοίξει η γης να μας πάρει όλους μέσα. Την ξέρεις την Περσεφόνη; Αυτήν, άνοιξε η γης και την πήρε κάτω. Απ’ τα δάκρυα της μάνας της φύτρωσε μια ροδιά εκεί. Δεν ξέρεις πως αυτά τα ρόδια βάζουμε στα κόλλυβα; Τι ξέρεις για; Σκέφτηκε λίγο κι ύστερα… δε σ’ ακούω να μαλώνεις με τον άντρα σου. Πεθαμένοι είστε; Οι ζωντανοί τσακώνονται, μετριούνται. Ο αντικρινός μας είναι ο καθρέφτης μας, τι θαρρείς;
  Ο άντρας μου κανονίζει τα μέτρα μου είπε η γυναίκα κλείνοντας με πάταγο την πόρτα της.
Μπα, και πού έμαθε ο ομορφονιός σου να μετράει; στραβομουτσούνιασε η γιαγιά.
Ένας αξύριστος άντρας, με μαλλιά σαν αγκάθια και μια μύτη που έσκυβε να μυρίσει το μουστάκι του πέρασε σκυφτός.
Βλέπεις αυτόν που περνάει, για δες τον. Είναι ο άγιος Χριστόφορος. Γι αυτό ’ναι έτσι χλωμός και περνά σαν σκιά. Κάνε τον σταυρό σου.
Φοράει γυαλιά ο άγιος Χριστόφορος γιαγιά;
Ε… ναι… συμβαίνει καμιά φορά να ’ναι Τρίτη και συ να νομίζεις πως είναι Κυριακή, είπε κουνώντας το κεφάλι της. Σάμπως υπάρχουν άγιοι σ’ αυτό τον κόσμο θα μου πεις; Και να ’μενε κανένας θα τον κυνηγούσαμε με τις πέτρες.

Ο άνθρωπος έπρεπε να συμβουλεύει τον θεό κι ο θεός ν’ ακούει τις συμβουλές του ανθρώπου. Όπως το ζυμάρι λέει στα χέρια του ανθρώπου, είμαι σφιχτό, αλάφρωσέ με λίγο για ν’ αφρατέψω, και τα χέρια ακούν, τότε το ψωμί γίνεται καλό, καλοφάγωτο. Το ψωμί είναι τόσο ταπεινό που δεν θα πει ποτέ, εγώ ξέρω καλύτερα, ακόμα κι αν είναι μέσα στο στόμα του ανθρώπου, μέσα στο στομάχι και στην κοιλιά του, δεν λέει εγώ σου δίνω ζωή, γι αυτό κι ο άνθρωπος άμα δει ένα κομμάτι ψωμί στο δρόμο σκύβει και το μαζεύει, το φιλάει και το βάζει στην άκρη να μη το πατήσουν. Όταν ο άνθρωπος συμβουλεύει τον θεό, δεν λέει είμαι καλύτερός σου, λέει κάνε με καλύτερο. Μα ο θεός είναι πεισματάρης, θυμώνει και τον κάνει χειρότερο. Το κοτόπουλο λέει στον άνθρωπο, μη με σφάζεις και γω θα σου κάνω αυγά όσο ζω. Όμως ο άνθρωπος δεν νοιάζεται, σφάζει και τρώει το κοτόπουλο. Ξέρει κάτι που δεν ξέρει το κοτόπουλο. Ο άνθρωπος έχει ένα σωρό άλλα κοτόπουλα να του κάνουν αυγά. Έτσι κι ο θεός. Δεν τον νοιάζουν οι συμβουλές του ανθρώπου γιατί έχει ουρές απ’ αυτούς να επαναλαμβάνουν τα λάθη του.

  Κι ύστερα έπιανε το τραγούδι, το μοιρολόγι, τις κατάρες, αυτοί που της χάλασαν τον άντρα να πέσουν κάτω καταγής από σαράντα ύψη κι η γης ξουράφια να γενεί, μαχαίρια να φυτρώσει, να πετσοκόψει τα κορμιά, το αίμα να κυλάει, να βάψει κρύους ποταμούς, τις θάλασσες, τα ψάρια, γιατροί στο προσκεφάλι τους να κόβουν και να ράβουν, και γιατρικό να μη βρεθεί ποτές να τους γιατρέψει… στον κάτω κόσμο που θα παν το αίμα τους να ουρλιάζει…
Όλα τα δημοτικά τραγούδια τα ταίριαζε στο σεβντά της.
  Τέτοια τρελά παραμύθια γεμάτα μίσος αίμα και εκδίκηση δεν νομίζω να άκουσε ποτέ κανένα παιδί. «Το τραγούδι του νεκρού αδερφού» ήτανε το προσφάι στις ιστορίες της γιαγιάς. Το τέλος τους μαύρο και φαρμακερό. Καμιά γλύκα δεν το μαλάκωνε καμιά παρηγοριά. Ακόμα και οι άγγελοί της είχαν μαύρα φτερά και ξερίζωναν τις καρδιές των αμαρτωλών με κοφτερά μαχαίρια.

  Άκου να δεις… Ήτανε μια κόρη άσπρη σαν το γάλα κι όμορφη σαν την Παναγιά. Τα μαλλιά της έφταναν ως τα αστραγάλια της. Την ορέχτηκε ένας Αράπης ως εκεί πάνω. Την άρπαξε μια μέρα που έλουζε στο ποτάμι τα μαλλιά της. Σκοτείνιασε ο ήλιος από το χρυσάφι τους. Την έβαλε στους ώμους του κι έτρεχε σαν τον αέρα στα δάση και στα βουνά κι όσο κι αν παρακαλούσε το κορίτσι δεν σταματούσε μέχρι να φτάσει στη χώρα του, πέρα απ’ τα χιονισμένα σύννεφα. Η κοπέλα διψούσε κι αυτός δεν σταματούσε ούτε για νερό. Το κορίτσι δάγκωσε το λαιμό του και βύζαινε το αίμα για να ξεδιψάσει. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες έτρεχε ώσπου έφτασε στο βασίλειό του. Μαύρα κορμιά και κόκαλα ριγμένα πα στην άμμο. Κοράκια κι οχιές μαλώνανε απάνω στις κροκάλες. Τα σκαλοπάτια του παλατιού του πατούσαν στο νερό μιας θάλασσας πράσινης σαν το θειάφι. Γλουγλούκιζε το κύμα κι έλεγε: Τι ωραία μάτια, θα τα βγάλει ο μαύρος, χάντρες για το βραχιόλι του, τι ωραία μαλλιά θα τα πλέξει χαλινάρι για τ’ άλογό του, τι ωραία δαχτυλάκια θα τα κάνει πιρουνάκια του, κι αυτή τη γαλανή καρδιά στο αίμα θα την πνίξει. Έτρεμε το κορίτσι κι έβγαζε φωνή. Σώσε με αϊ Γιώργη μου κι εγώ δε θα σηκώσω μάτι να δω τον κόσμο, μόνο εσένανε. Όταν την κατέβασε απ’ την πλάτη του ο  Μαύρος την άρπαξε απ’ τα μαλλιά και την έσυρε στο κρεβάτι του. Τρία κεφάλια φύτρωσαν και δεκαέξι γλώσσες και πέσανε επάνω της για να την καταφάνε. Τότε ένα αεράκι φύσηξε απ’ τον παράδεισο κι ο αϊ Γιώργης έφτασε καβάλα στ’ άλογό, έριξε τον Μαύρο καταγής τον κάρφωσε με το κοντάρι του και του ξερίζωσε την καρδιά. Το αίμα έτρεχε ποτάμι έβαψε τον ποδόγυρο του φουστανιού της, έβαψε και τη θάλασσα. Η κόρη γονάτισε και ευχαρίστησε τον άγιο. Τα νερά της θάλασσας τραβήχτηκαν το παλάτι του Μαύρου ρουφήχτηκε και μια εκκλησιά εμφανίστηκε. Η κόρη μπήκε να προσκυνήσει, τα ντουβάρια της εκκλησιάς άνοιξαν τότε και την έκλεισαν για πάντα μέσα .

Αμ’ τι θαρρείς, κουνούσε το κεφάλι της, και οι άγιοι θέλουν την πληρωμή τους.
Γιατί γιαγιά τα παραμύθια σου δεν έχουν καλό τέλος;
Γιατί δεν υπάρχει καλό τέλος. Όποιος το λέει είναι ψεύτης. Πώς μπορεί να υπάρχει καλό τέλος αφού όλοι μας θα μπούμε μες στο χώμα!
  Καμιά φορά την έπαιρνε για λίγο ο ύπνος και μόλις ξυπνούσε με σκουντούσε.
  Για πες μου, είμαι πεθαμένη;
  Μια νύχτα μέσα στην παραζάλη της μου ψιθύρισε. Πριν πεθάνω θα στα βγάλω αυτά τα μάτια και θα τα πάρω μαζί μου.
  Αυτό, γιατί όπως έλεγε η μαμά είχα τα μάτια του παππού γι αυτό και μ’ αγαπούσε τόσο. Μόνο εσένα αγαπώ έλεγε, όλος ο κόσμος να καεί, να γκρεμιστεί, να σκάσει και μόνο εσύ μάτια μου να ζήσεις.

Η γιαγιά ήταν πια ανήμπορη, καρφωμένη στο κρεβάτι, μισότυφλη και πιο κακιά από ποτέ. Φοβόμουν να την πλησιάσω μη της έρθει η λωλαμάρα και πραγματοποιήσει την απειλή της. Καθόμουν σε μια ψάθινη καρέκλα μπροστά στο παράθυρο και της έλεγα ποιος περνούσε τι φορούσε και πού κατά την γνώμη μου πήγαινε.
Στο στρώμα τυραγνιέμαι η έρμη. Θαμμένη ζωντανή κείμαι. Ποιος σκιάζει το παράθυρο; Ο χάρος κοντοστέκεται απ’ έξω; Άμα τον δεις μη του πεις τ’ όνομά μου. Αν δεν το ξέρει δεν μπορεί να με φωνάξει να πάω μαζί του.
  Και πως θα τον γνωρίσω γιαγιά; Πώς μοιάζει;
  Είναι ψηλός, κοκαλιάρης, το πρόσωπό του δεν έχει μάτια, να μη βλέπει και λυπάται τον ετοιμοθάνατο, κρατάει στα χέρια του ένα δρεπάνι κοφτερό να σχίσει το σώμα να πάρει την ψυχή.
  Και πως είναι η ψυχή , πονάει όταν βγαίνει;
  Α… η ψυχή είναι κι αυτή τυφλή. Είναι νέα, χέρια πόδια δεν έχει. Μέσα στο σώμα μας κάθεται ακίνητη και δίνει συμβουλές. Έξω κρυώνει, της κόβεται η μιλιά, δεν ξέρει την γλώσσα του έξω, κι ο χάρος την σέρνει απ’ τα μαλλιά, την βάζει στα φτερά του και την παίρνει.
Είναι καλή η ψυχή γιαγιά;
Είναι μια τυφλή που δεν ξέρει που πηγαίνει. Μας σπρώχνει μια από δω και μια από κει. Έτσι στραβή που είναι, θαρρεί πως είναι όμορφη. Δεν βλέπει τις ασχήμιες της μα ούτε τις ομορφιές της. Είναι καλή και στρίγγλα μαζί. Αν είχε χέρια, με το ένα θα χάιδευε και με το άλλο θα έπνιγε.
Τι την θέλει την ψυχή ο χάρος, τι θα την κάνει;
Λένε πως άμα μάσει όλες τις ψυχές των ανθρώπων και δε θα μείνει κανένας ζωντανός, τότε θα τις ενώσει και θα κάνει έναν άνθρωπο, αθάνατο. Μέσα σ’ αυτόν τον άνθρωπο θα ζούμε όλοι εμείς οι πεθαμένοι.

Εδώ και μέρες περνούσε κάτω απ’ το παράθυρο μια μαυροφορεμένη γυναίκα, με το κεφάλι χωμένο μέσα στο μαύρο της τσεμπέρι, κρατώντας ή μάλλον σέρνοντας με το ’να χέρι της ένα αδυνατούλη κοριτσάκι κατάχλωμο και ξεθωριασμένο, σαν ζωγραφιά μισοσβησμένη, και με τ’ άλλο ένα μπουκέτο άσπρα τριαντάφυλλα. Ήτανε φανερό πως πήγαινε στα μνήματα.
Μέρα την μέρα η γυναίκα φαινόταν να συρρικνώνεται σ’ ένα σταφίδιασμα του εαυτού της, κόντυνε, ζάρωσε, έγερνε καθώς περπατούσε, νόμιζες πως από στιγμή σε στιγμή θα πέσει, τα χέρια που κρατούσαν το κοριτσάκι της ξεράδιασαν, ενώ η μικρούλα απεριποίητη με βρώμικα τα ρουχαλάκια της σέρνονταν όλο και πιο βαριά δίπλα της.
Αυτή η γυναίκα δεν θ’ αντέξει, γρήγορα θα πεθάνει, είπε η μητέρα.
  Η γιαγιά ζήτησε να την ανασηκώσω, για να την δει, μα έτσι μισότυφλη που ήταν δεν μπορούσε να την δει απ’ το κρεβάτι της. Μαζί με την μαμά την βάλαμε στην καρέκλα και την στήσαμε μπροστά στο παράθυρο.
Είχε χιονίσει από βραδύς κι ο δρόμος είχε ασπρίσει. Τα βαμμένα με λουλάκι παράθυρα των σπιτιών ήταν κλειστά σαν μελανιασμένα βλέφαρα από το κρύο. Η γυναίκα πέρασε στην ώρα της. Το μαύρο της τσεμπέρι το ’παιρνε ο χιονιάς και το χτυπούσε στο πρόσωπό της. Το κοριτσάκι περπατούσε πλάι της σκυμμένο, κολλούσε πάνω της να μη το πάρει ο αγέρας.
  Αυτηνής της κόψαν τα φτερά και πάει σβαρνώντας, είπε η γιαγιά, και το παιδί, α… τόσο μικρό και να ’ναι πεθαμένο.
Ανατρίχιασα. Τι λες γιαγιά, ποιόν λες πεθαμένο, αυτό είναι ζωντανό.
Είναι πεθαμένο σου λέω, κάτω απ’ το χώμα.
Ας το να ζήσει είπα τρομαγμένη. Φοβόμουν πως μπορούσε η κακία της να το σκοτώσει.
Λέγε εσύ... Βάλε με τώρα να ξαπλώσω κουράστηκα να βλέπω πεθαμένους.

Εκείνη τη νύχτα η γιαγιά ξεψύχησε.
Η μαμά με ξύπνησε κι απαίτησε να μείνω στο ξενύχτι. Τελευταία φορά που την βλέπεις είπε, πρέπει ν’ αντέξεις. Μου έβαλε ένα μαύρο φουστανάκι και μαύρη κορδέλα στα μαλλιά. Καθόμουν σε μια καρέκλα όσο πιο μακριά μπορούσα και κοίταζα τις μύτες των μαύρων παπουτσιών μου κουνώντας τα πόδια μου. Δεν κοιτούσα προς την γιαγιά , αν και την είχαν σκεπασμένη μ’ ένα άσπρο σεντόνι. Φοβόμουν μη δω τον χάρο να κρατάει απ’ τα μαλλιά την ψυχή της. Φαίνεται πως κάποια στιγμή αποκοιμήθηκα, η μητέρα με σήκωσε στην αγκαλιά της, μ’ έβαλε πρόχειρα σ’ ένα χαμηλό μιντέρι σκεπάζοντάς με, με το παλτό της. Με νανούριζαν σαν υπνωτικό οι χαμηλόφωνες προσευχές των γυναικών που ξενυχτούσαν.
Ξύπνησα νοιώθοντας το έντονο κρύο του ξημερώματος να πιρουνιάζει όλο μου το κορμί. Τα πόδια μου κοκαλωμένα, τα χέρια άκαμπτα. Ησυχία καθόταν ολόγυρα, μυρωδιά κεριών ερχόταν μαζί μ’ έναν κρύο αέρα σα να ανάσαινε το χιόνι. Ξυπόλητη πάνω στις ξύλινες σανίδες που τρίζανε συνωμοτικά διέσχισα το μισοσκότεινο χολάκι και μπήκα στο δωμάτιο που είχαν την γιαγιά. Μερικά κεριά κάπνιζαν μισοσβησμένα. Η μαμά ήταν γερμένη και κοιμισμένη στην καρέκλα της και μόνο το γνωστό κοριτσάκι, καθόταν σιωπηλό δίπλα στη γιαγιά. Φορούσε κι αυτό ένα μαύρο φουστανάκι και είχε μαζεμένα τα ποδαράκια του σα να κρύωνε. Μόλις με αντιλήφθηκε σηκώθηκε και ξεσκέπασε το πρόσωπο της γιαγιάς. Γύρισε και με κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν θολό σχεδόν άσπρο, όμως θαρρείς και άρπαζε το μυαλό μου, τα πράγματα του σπιτιού, μ’ έναν τρόπο σα να ήτανε δικά της. Υπήρχε κάτι που απορροφούσε κάθε τι που περνούσε από τη σκέψη μου, κάθε τι που ήταν δικό μου και μου το ’παιρνε. Είδα τότε δυο τεράστιες μαύρες φτερούγες να ξεδιπλώνονται από την μικροσκοπική της πλάτη. Σκυμμένη πάνω στην γιαγιά την κάλυπτε με τα μαύρα φτερά της, που τα έβλεπα και τα άκουγα να χτυπούν ανοιγοκλείνοντας σα να θελαν να γκρεμίσουν το σπίτι, ν’ απλώνονται στο δωμάτιο και να το σκοτεινιάζουν. Ένοιωσα την παγωνιά να στερεώνεται πάνω μου σαν πάγος. Μ’ έκλεινε σιγά σιγά, με απομόνωνε σε έναν γυάλινο, άηχο κόσμο.
Η μητέρα ανασήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε. Το πρόσωπο της γιαγιάς ήταν ξεσκέπαστο. Με πλησίασε και μ’ έπιασε απ’ το χέρι, δεν ξημέρωσε ακόμα, είπε, δεν κάνει να είναι ανοιχτή, έλα να την σκεπάσουμε. Μα τα πόδια μου δεν έκαναν βήμα. Η μαμά με σήκωσε στην αγκαλιά της και με πήγε στο μιντέρι. Με σκέπασε και με φίλησε. Είσαι παγωμένη είπε. Θα φέρω κι άλλα σκεπάσματα.

  Η γιαγιά δεν θα ξανάρθει σπίτι. Τα ρούχα της γιαγιάς κρέμονται στην ντουλάπα χωρίς τη γιαγιά. Τ’ αυτιά μου ακούνε την σιωπή της γιαγιάς. Ένα μαύρο δάχτυλο δείχνει το άδειο κάθισμα της. Τ’ απογεύματα θα έρχονται χωρίς την γιαγιά, μόνες τους θα ’ρχονται κι οι ιστορίες της. Θα τρέμω τα βράδια μαζί τους κάτω απ’ τα σκεπάσματα εγώ κι αυτές μόνες μας. Μέσα στο κεφάλι μου οι ιστορίες της χτυπούν τα φτερά τους. Η γιαγιά δεν πήρε μαζί της τις ψυχές τους.