Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΜΝΗΜΗΣ



Στον Κ. Π. Καβάφη (29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933) είναι αφιερωμένη η σημερινή μας ανάρτηση, αποτίοντας έτσι έναν μικρό φόρο τιμής στον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή καθώς σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς 150 χρόνια από τη γέννηση και 80 χρόνια από τον θάνατό του. Δεν είμαστε ειδικοί για αναλύσεις και τα τοιαύτα, απλά παραθέτουμε ολίγα, επίκαιρα πιστεύουμε, ποιήματά του.



Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

     Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλλω.

       Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχη αμφιβάλλω.
Κι’ άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίσι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήση.

[1897]




ΕΠΙΤΑΦΙΟΝ

Ξένε, παρά τον Γάγγην κείμαι Σάμιος
ανήρ. Επί της τρισβαρβάρου ταύτης γης
έζησα βίον άλγους, μόχθου, κ’ οιμωγής.
Ο τάφος ούτος ο παραποτάμιος

κλείει δεινά πολλά. Πόθος ακήρατος
χρυσού εις εμπορίας μ’ ώθησ’ εναγείς.
Εις ινδικήν ακτήν μ’ έρριψ’ η καταιγίς
και δούλος επωλήθην. Μέχρι γήρατος

κατεκοπίασα, ειργάσθην απνευστί –
φωνής ελλάδος στερηθείς, και των οχθών
μακράν της Σάμου. Όθεν νυν ουδέν φρικτόν

πάσχω, κ’ εις άδην δεν πορεύομαι πενθών.
Εκεί θα είμαι μετά των συμπολιτών.
Και του λοιπού θα ομιλώ ελληνιστί.

[1893]




ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΤΑΙ

Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν
εξ αρχής Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Ρωμαίοις γεγονόσι
και την τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τα τε πολλά των επιτηδευμάτων,
άγειν δε μιαν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων έτι και νυν,
εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων ονομάτων τε και νομίμων,
απολοφυράμενοι προς αλλήλους και δακρύσαντες απέρχονται

ΑΘΗΝΑΙΟΣ


Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι’ αυτοί ήσαν Έλληνες–
Ιταλιώται έναν καιρό κι’ αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι –ω συμφορά!– απ’ τον ελληνισμό.

[1906]




ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι’ αλλοίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».

Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
η τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.

[1903]




ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΕΤΥΧΕ

Όποιος απέτυχε, όποιος ξεπέσει
τι δύσκολο να μάθη της πενίας
την νέα γλώσσα και τους νέους τρόπους.

Εις τ’ άθλια ξένα σπίτια πώς θα πάη! –
με τι καρδιά θα περπατεί στον δρόμο
κι όταν στην πόρτα εμπρός βρεθεί πού θάβρει
την δύναμι ν’ αγγίξει το κουδούνι.
Για του ψωμιού την ποταπήν ανάγκη
και για την στέγη, πώς θα ευχαριστήση!
Πώς θ’ αντικρύση ταις ματιαίς ταις κρύαις
που θα τον δείχνουνε που είναι βάρος!
Τα χείλη τα υπερήφανα πώς τώρα
θ’ αρχίσουν να ομιλούνε ταπεινά·
και το υψηλό κεφάλι πώς θα σκύψη!
Τα λόγια πώς θ’ ακούση που ξεσκίζουν
τ’ αυτιά με κάθε λέξι – κ’ εν τοσούτω
πρέπει να κάμνης σαν να μην τα νοιώθης
σαν νάσαι απλούς και δεν καταλαμβάνεις.

[1894]