Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

ΑΡΕΤΗ ΓΚΑΝΙΔΟΥ



Εικόνα του ’48

Πήραν τις στάμνες τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια –δυο κοριτσόπουλα γύρω στα δεκαπέντε η μια, η άλλη δεκατρία και το αγόρι ακόμα πιο μικρό– και κίνησαν για την κτιστή μεγάλη βρύση, καμιά τρακόσια μέτρα έξω απ’ το χωριό. Το σπίτι τους τελευταίο. Καλό για το νεροκουβάλημα. Χιονιάς και το νερό θα βγαινε παγωμένο. «Μήπως πηχτό;» ρωτούσε ο μικρός. Άρχιζε άγριος ο χειμώνας του ’48.
Δεν έφτασαν στην κτιστή σα σπιτάκι βρύση. Ήθελαν καμιά τριανταριά μέτρα ακόμα. Είδαν πρώτα πίσω απ’ το τοιχαλάκι να ανεμίζει σαν χαιρετούρα μια ουρά. Στύλωσαν τα μάτια να ξεκρίνουν μην τους ξεγέλασε ο χιονιάς. Σχεδόν αμέσως όμως ξεπρόβαλαν τρεις λύκοι, που τις μουσούδες τους τις ένιωθαν στη μύτη τους –σχεδόν τους έκαιγε η άχνα τους.
Παράτησαν ήσυχα οι κοπελούδες τις στάμνες καταγής και μαζί με το αγόρι –που το χέρι του είχε αγκιστρωθεί στη στάμνα– άρχισαν να πισωπατούν κοιτάζοντας σα μαγεμένα τους λύκους. Τα ζώα έκαμαν δυο-τρεις δρασκελιές διστακτικά και ακινήτησαν στο χιόνι. Τους κοίταζαν κι αυτά. Κι ύστερα πάλι δυο-τρεις δρασκελιές και πάλι ακινητούν. Τους μετρούσαν και πάλι προχωρούσαν. Πισωπατώντας πάντα τα παιδιά έφτασαν δίπλα στην αυλή και τότε μόνο γύρισαν τη ράχη τους στους λύκους.
Κανείς δεν ξέρει ποιες ανατριχίλες και σουρσίματα και πνιχτά βογγητά κι άλαλες προσευχές κι ανερμήνευτα ουρλιαχτά και παγωμένα «αμάν» σχεδίασαν μέσα τους τη σφραγίδα που σκοτεινιάζει ως τώρα τη φωνή τους –κοντά στα ενενήντα η μεγαλύτερη.
Πάντως η μάνα τους τα ξαναέστειλε για τις παρατημένες στάμνες και το νερό αμέσως «Θα σκοτιδιάσει ύστερα» είπε. Βλέπεις είχε τα πόδια της ανήμπορα κι ο πατέρας τους μέτραγε τέσσερα χρόνια σκοτωμένος. Τρεις ήταν που τον σκότωσαν. Κι εξαφανίστηκαν κι αυτοί όπως οι λύκοι.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ - ΠΑΛΙΑ ΠΛΗΓΗ


(Το κείμενο "Εικόνα του '48" της Αρετής Γκανίδου, δημοσιεύεται για πρώτη φορά)