Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ



"ΓΕΜΙΣΕ Ο ΤΟΠΟΣ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ"



Από αγάπη

Γέμισε ο τόπος πεινασμένες καρδιές.
Τόσο πεινασμένες
σαν τα σκυλιά που τα ξεχνούν σ’ άδεια οικόπεδα
και αμελούν τ’ αφεντικά να τα ταΐσουν.
Η πείνα μαυρίζει τις καρδιές
τις αγριεύει μες στη νύχτα
κι αν τύχει κάποιος να κοντοσταθεί
μέσ’ απ’ τα κάγκελα το χέρι του ν’ απλώσει
ορμούνε τότε οι καρδιές
κι αυτό το χέρι απ’ το μέρος τής καρδιάς
προτού καλά καλά νιώσει τον πόνο
το ξεσκίζουν.




Το γραμμένο

Κάνουν λάθος
όταν η ταραχή ή η βιασύνη τους
σχηματίζει άλλους αριθμούς απ’ ό,τι τα εξασκημένα δάχτυλα.
Όταν εμπιστεύονται τον ύπνο τους
πλάι σε στόματα ανοιχτά που ξεφυσούν
το χθεσινό καπνό μιας άφαντης φωτιάς.
Κάνουν λάθος όταν μετρούν τα λάθη τους
και τα βρίσκουνε λειψά.
Όμως, το πιο μεγάλο λάθος διαπράξανε
(και τώρα τους πονάει φρικτά
σαν μια τομή φρεσκοραμμένη δύο ημερών
που το παραμικρό γελάκι ή ο τυχαίος βήχας
την τεντώσανε στα άκρα)
όταν απ’ την αρχή μέσα στον κόσμο
διακρίνανε
κι αμέσως αγαπήσαν, οι σαλοί, όσους
τους έμελλε ν’ αγαπηθούν και τίποτ’ άλλο.




Επικαιρότητα

Μέσα στο μεσημέρι
κι ενώ οι άνθρωποι τσούγκριζαν τα ποτήρια
χωρίς να υποψιάζονται το τεράστιο κενό που χωρίζει
όσους πίνουν το τσίπουρό τους με γλυκάνισο
από τους σκέτους άλλους,
ενώ η θάλασσα ήταν τόσο κοντά
που φτύνοντας λόγια όλο και ξέφευγαν μπλε πιτσιλιές στα πιάτα,
ενώ τίποτε δεν προμηνούσε
πως ο λαχειοπώλης θα τους παρακάμψει
–μια θορυβώδη μάζωξη τυχαίων–
κι ενώ η χώρα φιλιόταν σα για θάνατο
με κάτι επίμονους πολιτικούς στα πρωτοσέλιδα,
εκείνος
πήρε τα μάτια του από πάνω της.

(Τις κόγχες, υποθέτω, τις χαρίζει)




Να μπορείς

Έρωτας είναι μια σταθερή βλέψη.
Όταν ο άλλος φεύγει δεξιά-αριστερά
τρυπώνει τη μια και την άλλη ξετρυπώνει
βγάζει τα μυωπικά γυαλιά και βάζει του ηλίου
αφήνει τη μυρωδιά του στο χαρτί
κι έπειτα καίει τα χαρτιά του έν’ απόγευμα,
εσύ στέκεις πάντα μπροστά από τη γυρισμένη πλάτη του
κι όλο φυσάς τ’ αποκαΐδια κατά πάνω σου.



Από την ποιητική συλλογή:
Δικαίωμα προσδοκίας, εκδόσεις Άγρα 2008