Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΙΓΓΑΣ


ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Α΄

Σου γράφω από την πολιτειούλα δίπλα στη θάλασσα που ’φτασα. Η επιστροφή, σκέφτομαι, είναι ένας θάνατος που τον διαλέγεις. Χθες βράδυ άνοιξα πάλι την Οδύσσεια· ας είναι ευλογημένο το όνομά του, μου έδειχνε πάντα πώς να κρύβομαι… ή να φεύγω.




Θ΄
γ΄

Σχίζει τότε την πλάτη της θάλασσας
μαύρο καράβι, πολύπαθο
–διπλωμένα πανιά και βγαλμένο κατάρτι–
κι όμως δίπλα τους δένει, ανεπαίσθητα
γδέρνει στις άκριες τη λευκή τους γαλήνη
Κάποιος ναύτης κουπάς, σαν έμεινε μόνος,
της θάλασσας έγειρε,
κι η μορφή του ριπίδιασε του ψαρά την εικόνα
όμοια αιώνες πολλοί, που ομορφαίνουν παράταιρα
σαν τους σβήσουν οι άχρωμες μέρες
τρυφερά αγκαλιάζονται και μικραίνουν, σε έναν.


ε΄

–Της θάλασσας δοθήκαμε, του έρωτα, του θανάτου.
Δε γίναμ’ από μάρμαρο, μήτε θεοί· μονάχα
χείλη ζεστά στο μάγουλο αιώνες τυραννάμε.
και πολιτείες γιγάντιες μας πήραν, και σε μάχες
χαμένες μας αφάνισαν, ώσπου να κοιμηθούμε
στ’ άσπρο κορμί, που ξέφυγε σαν πινελιά μικρούλα
ανάμεσα στις αγκαλιές πράσινου και γαλάζιου.


θ΄

–Έξι χιλιάδες στίχους πριν μας είχαν του θανάτου.
Παλέψαμε, ακουμπήσαμε τα χείλη στην αρμύρα,
κερδίσαμε του θάνατου το κύμα πολεμώντας
τη θάλασσα, κι όχι φτωχοί σε στρόγγυλο λιμάνι.
Την πέτρα, που είπαμ’ άγκυρα στο μελανό καράβι,
την έγλειψαν και σου ’δωσαν βότσαλο κι υγρή άμμο
οι σκοτεινάδες του βυθού, που τ’ άσπρο κύμα σέρνει.




ΥΓ. 2

Τάχα τις νύχτες μου πλαγιάζω με κορίτσια
και αγαπιέμαι τόσο, που
βουλιάζω μες στο ρίγος του κορμιού τους.
Κάθε πρωί ξυπνάω στην ακτή μονάχος.

Τα όνειρα και ο θάνατος
σ’ αγγίζουν μέσα στην σιωπή·
όμως το κύμα
δε σ’ αφήνει να ξεχαστείς τις νύχτες,
ίσως γιατί έχει η θάλασσα
νόμους κρυφούς, δικούς της.

Ο θάνατος του ποιητή ποτέ δεν ήταν η σιωπή·
κάποτε είναι η ποίηση.




Από την ποιητική συλλογή
ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΑΝ ΑΓΓΙΞΕΙΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 1995